Δευτέρα, Μαρτίου 06, 2006

Ένας μικρός θεός

Ο Λεωνίδας ήταν ένας θεός. Όχι βέβαια με την έννοια του πανταχού παρών και τα πάντα πληρών και στέλνω δέκα πληγές στους αιγυπτίους για να γελάσω και ρίχνω φωτιά και μπούρμπερη στα Σόδομα γιατί είμαι πουριτανός και μου φεύγει λίγο και χτυπάω και τα Γόμορρα. Ούτε θεός κάποιας σπουδαίας και αόριστης έννοιας όπως της σοφίας ή της δικαιοσύνης ή του πολέμου ή της μουσικής ή του έρωτα και τα λοιπά που ήταν οι δώδεκα ολύμπιοι θεοί. Ούτε καν κάτι μικρού που θα μπορούσε να είναι χρήσιμο για κάποιους ανθρώπους όπως για παράδειγμα ένας θεός της βροχής για κάποιους διψασμένους ινδιάνους ή ένας θεός ποταμός ή ο θεός του κρασιού σαν τον Διόνυσο και τους άλλους έντεκα παρά-ολυμπιακούς θεούς που σχεδόν κανένας δεν θυμάται. Ήταν ένας πολύ μικρός θεός. Ήταν ο θεός των λεωφορείων. Μπορεί να μην το ήξερε καν αλλά ήταν.
Ο Λεωνίδας λοιπόν, Λεώ για τους φίλους του, ήταν ο θεός των λεωφορείων. Τα λεωφορεία πίστευαν σε Αυτόν και Τον λάτρευαν. Μόλις έφτανε στην στάση, δεν περίμενε ούτε δέκα δευτερόλεπτα και τσουπ ερχόταν το λεωφορείο και πάντα σταματούσε έτσι ώστε η πόρτα να είναι ακριβώς μπροστά του και να μην χρειαστεί να κάνει ούτε ένα βήμα δεξιότερα ή αριστερότερα για να μπει. Πάντα υπήρχε μια άδεια θέση γι’ αυτόν για να κάτσει και στην διπλανή θέση δεν ήταν πότε ένας χοντρός άπλυτος με ιδρώτα που βρωμάει ή μία γριά που μυρίζει γριήλα και βήχει όλη την ώρα, άλλα ήταν μία ξανθιά πανέμορφη κουκλάρα με εντυπωσιακό στήθος και το λεωφορείο επίτηδες έπαιρνε απότομα τις στροφές και το στήθος της κουκλάρας χτυπούσε ελαφριά στο πρόσωπο του πολύ κοντού Λεώ και αυτή του έλεγε κοκκινισμένη από την ντροπή της συγνώμη και αυτός έλεγε δεν πειράζει συμβαίνουν αυτά και έσπαγε έτσι ο πάγος και αυτή άρχιζε να του λέει για τον φίλο της που χώρισαν χτες επειδή την απατούσε με την καλύτερη της φίλη και αυτός έλεγε ότι δεν πειράζει συμβαίνουν αυτά και τελικά αντάλλαζαν τηλέφωνα αλλά αυτός δεν της τηλεφωνούσε ποτέ γιατί κατά βάθος ντρεπόταν.
Τα λεωφορεία λοιπόν χαίρονταν να υπηρετούν και να φροντίζουν για κάθε ανάγκη του Λεωνίδα ή Λεώ για τους φίλους του ή Τρισμέγιστο θεό που χαιρόμαστε να σε υπηρετούμε και να φροντίζουμε για κάθε σου ανάγκη όπως τον έλεγαν τα λεωφορεία αλλά οι άνθρωποι άκουγαν μόνο ένα εκκωφαντικό ΤΟΥΥΥΥΥΥΤ. Σταματούσαν για να τον παραλάβουν ακριβώς έξω από το σπίτι του και τον άφηναν πάντα ακριβώς εκεί που είχε σκοπό να πάει, είχε δεν είχε στάση εκεί, και καμιά φορά όταν ο Κώστας, ο θεός των φαναριών, ήταν στο ίδιο λεωφορείο όλα τα φανάρια ήταν πράσινα και έφτανε πολύ γρήγορα στον προορισμό του αλλά δίπλα στον Κώστα, όταν έβρισκε να κάτσει, μπορεί να καθόταν και καμιά χοντρή γριά που βρωμούσε γριοιδρωτίλα. Αλλά μετά ήρθαν οι κοινοτυπίες και όλα τα ωραία πράγματα, σε αντίθεση με τα άσχημα, κάποτε τελειώνουν και έτσι ο δήμαρχος έφτιαξε μετρό.
Του Λεωνίδα του άρεσε πολύ το μετρό. Πολύ περισσότερο απ’ ότι το λεωφορείο. Ήταν πιο μεγάλα τα βαγόνια, πιο καθαρό, είχε όμορφα στολισμένους τοίχους στις στάσεις με αρχαίες τουαλέτες που βρήκαν καθώς ανοίγανε τις σήραγγες, ευγενικούς κυρίους με μεγάλα όπλα που σε κοιτούσαν με ένα φιλικά καχύποπτο βλέμμα αν κρατούσες φαγητό ή ποτό ή αν έκλανες ή αν περπατούσες ή αν ανέπνεες. Το μετρό τελικά ήταν ότι καλύτερο έγινε ποτέ σε αυτήν την πόλη από τότε που ιδρύθηκε. Έλυσε όλα τα προβλήματα. Του Λεώ του άρεσε πολύ το μετρό, τόσο πολύ που σταμάτησε να χρησιμοποιεί τα λεωφορεία. Δεν τον πείραζε τόσο πολύ που έπρεπε να περιμένει μέχρι και πέντε λεπτά για να έρθει ο συρμός γιατί αυτό του έδινε χρόνο να θαυμάσει τον υπέροχο χώρο γύρο του με τους μπιντέδες και τις τουαλέτες που οι αρχαίοι δεν είχαν καμία όρεξη να μας δείξουν αλλά εμείς έχουμε πολύ όρεξη να δούμε. Καμιά φορά δεν έβρισκε να καθίσει αλλά ούτε αυτό τον πολυπείραζε γιατί γούσταρε να κρατιέται από την χειρολαβή και να κουνιέται πέρα δώθε. Την ξανθιά κουκλάρα την έβλεπε που και που αλλά πάντα καθόταν μακριά του και ντρεπόταν να πάει να της μιλήσει και τον ενοχλούσε η μυρωδιά από τον χοντρό διπλανό του αλλά σκεφτόταν δεν πειράζει, συμβαίνουν αυτά και δεν το έκανε μεγάλο θέμα. Μεγάλο θέμα κάναν την όλη κατάσταση τα λεωφορεία.
Διχόνοια έπεσε στο στρατόπεδο των λεωφορείων. Χωρίστηκαν στα δύο. Τα μπλε λέγαν ότι είναι μια δοκιμασία και ότι πρέπει να παραμείνουν πιστά και να προσεύχονται και ότι δεν είναι δικιά τους δουλειά να προσπαθούν να εξηγήσουν τις βουλές του κυρίου. Τα κόκκινα από την άλλη λέγανε ότι αφού ο Λεώ τους παράτησε θα έπρεπε και αυτά να τον παρατήσουν. Το νούμερο 32 δήλωσε ότι δεν πιστεύει στην ύπαρξη του Λεωνίδα και ότι είναι απλά μια εξωτερίκευση των υποσυνείδητων αναγκών των υπολοίπων για διασφάλιση του λόγου ύπαρξης τους αλλά κανένας δεν του έδωσε σημασία. Το 16 κατηγόρησε τα 3, 5 και 6 ότι χρησιμοποιούσαν την ύπαρξη του Λεωνίδα για να εκμεταλλευθούν τα υπόλοιπα και ότι ο θεός ήταν άλλος. Ένας εμφύλιος πόλεμος ξεκίνησε. Ήταν φρίκη. Λεωφορεία τρακάρανε συνέχεια, χαλάγανε και εμποδίζαν την κυκλοφορία, κάποια πέφτανε στην θάλασσα, άλλα δεν ξεκινούσαν, οι πόρτες δεν άνοιγαν, έκλειναν και έπιαναν μισό άνθρωπο μέσα μισό έξω να σέρνετε στο δρόμο. Φρίκη φρίκη ανείπωτη φρίκη. Ο κόσμος φοβόταν, είχε χάσει κάθε εμπιστοσύνη και όλο και περισσότεροι χρησιμοποιούσαν το μετρό για τις μετακινήσεις τους.
Πλέον τα βαγόνια ήταν ασφυκτικά γεμάτα. Ο Λεώ δεν έβρισκε ποτέ να καθίσει και πολλές φορές δεν χωρούσε καν να μπει μέσα οπότε περίμενε το επόμενο. Πάντα ήταν κολλημένοι πάνω του απ’ την μια μεριά ένας άπλυτος χοντρός και από την άλλη μία βήχουσα γριά και δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε πέρα ούτε δώθε πια. Η κουκλάρα μάλλον θα αγόρασε αυτοκίνητο ή ίσως της το πήρε δώρο ο φίλος της γιατί δεν ξαναεθεάθη σε μετρό ή σε λεωφορείο και ο Λεωνίδας πήρε τελικά το χαρτάκι που είχε γράψει το τηλέφωνο της και σκούπισε τον ιδρώτα που έσταζε πάνω του ο ιδρωτύλος χοντρός.

1 Comments:

Blogger Σίλης said...

Re su, de mou lec: ti sxesn exei o Lew me tov Koleo, to 8eo twv koleopterwv;

12:35 μ.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

<< Home