Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 25, 2006

Ο Iός του Nαύτη

Ο πατήρ μου ήτο ναυτικός. Όταν αποφάσισε να με εμβαπτύσει και να μου δώκει ένα καλό και χριστιανικό όνομα θέλησε να το πράξει μετά του παραδοσιακού ναυτικού τρόπου. Μου έσπασε το λοιπόν μία μποτίλια σαμπάνιας στο κεφάλι και με ονομάτισε Αβύθιστο. Τότες ήρξατο και το μέγα αλκοολικό μου δράμα.

Δευτέρα, Μαρτίου 06, 2006

Ένας μικρός θεός

Ο Λεωνίδας ήταν ένας θεός. Όχι βέβαια με την έννοια του πανταχού παρών και τα πάντα πληρών και στέλνω δέκα πληγές στους αιγυπτίους για να γελάσω και ρίχνω φωτιά και μπούρμπερη στα Σόδομα γιατί είμαι πουριτανός και μου φεύγει λίγο και χτυπάω και τα Γόμορρα. Ούτε θεός κάποιας σπουδαίας και αόριστης έννοιας όπως της σοφίας ή της δικαιοσύνης ή του πολέμου ή της μουσικής ή του έρωτα και τα λοιπά που ήταν οι δώδεκα ολύμπιοι θεοί. Ούτε καν κάτι μικρού που θα μπορούσε να είναι χρήσιμο για κάποιους ανθρώπους όπως για παράδειγμα ένας θεός της βροχής για κάποιους διψασμένους ινδιάνους ή ένας θεός ποταμός ή ο θεός του κρασιού σαν τον Διόνυσο και τους άλλους έντεκα παρά-ολυμπιακούς θεούς που σχεδόν κανένας δεν θυμάται. Ήταν ένας πολύ μικρός θεός. Ήταν ο θεός των λεωφορείων. Μπορεί να μην το ήξερε καν αλλά ήταν.
Ο Λεωνίδας λοιπόν, Λεώ για τους φίλους του, ήταν ο θεός των λεωφορείων. Τα λεωφορεία πίστευαν σε Αυτόν και Τον λάτρευαν. Μόλις έφτανε στην στάση, δεν περίμενε ούτε δέκα δευτερόλεπτα και τσουπ ερχόταν το λεωφορείο και πάντα σταματούσε έτσι ώστε η πόρτα να είναι ακριβώς μπροστά του και να μην χρειαστεί να κάνει ούτε ένα βήμα δεξιότερα ή αριστερότερα για να μπει. Πάντα υπήρχε μια άδεια θέση γι’ αυτόν για να κάτσει και στην διπλανή θέση δεν ήταν πότε ένας χοντρός άπλυτος με ιδρώτα που βρωμάει ή μία γριά που μυρίζει γριήλα και βήχει όλη την ώρα, άλλα ήταν μία ξανθιά πανέμορφη κουκλάρα με εντυπωσιακό στήθος και το λεωφορείο επίτηδες έπαιρνε απότομα τις στροφές και το στήθος της κουκλάρας χτυπούσε ελαφριά στο πρόσωπο του πολύ κοντού Λεώ και αυτή του έλεγε κοκκινισμένη από την ντροπή της συγνώμη και αυτός έλεγε δεν πειράζει συμβαίνουν αυτά και έσπαγε έτσι ο πάγος και αυτή άρχιζε να του λέει για τον φίλο της που χώρισαν χτες επειδή την απατούσε με την καλύτερη της φίλη και αυτός έλεγε ότι δεν πειράζει συμβαίνουν αυτά και τελικά αντάλλαζαν τηλέφωνα αλλά αυτός δεν της τηλεφωνούσε ποτέ γιατί κατά βάθος ντρεπόταν.
Τα λεωφορεία λοιπόν χαίρονταν να υπηρετούν και να φροντίζουν για κάθε ανάγκη του Λεωνίδα ή Λεώ για τους φίλους του ή Τρισμέγιστο θεό που χαιρόμαστε να σε υπηρετούμε και να φροντίζουμε για κάθε σου ανάγκη όπως τον έλεγαν τα λεωφορεία αλλά οι άνθρωποι άκουγαν μόνο ένα εκκωφαντικό ΤΟΥΥΥΥΥΥΤ. Σταματούσαν για να τον παραλάβουν ακριβώς έξω από το σπίτι του και τον άφηναν πάντα ακριβώς εκεί που είχε σκοπό να πάει, είχε δεν είχε στάση εκεί, και καμιά φορά όταν ο Κώστας, ο θεός των φαναριών, ήταν στο ίδιο λεωφορείο όλα τα φανάρια ήταν πράσινα και έφτανε πολύ γρήγορα στον προορισμό του αλλά δίπλα στον Κώστα, όταν έβρισκε να κάτσει, μπορεί να καθόταν και καμιά χοντρή γριά που βρωμούσε γριοιδρωτίλα. Αλλά μετά ήρθαν οι κοινοτυπίες και όλα τα ωραία πράγματα, σε αντίθεση με τα άσχημα, κάποτε τελειώνουν και έτσι ο δήμαρχος έφτιαξε μετρό.
Του Λεωνίδα του άρεσε πολύ το μετρό. Πολύ περισσότερο απ’ ότι το λεωφορείο. Ήταν πιο μεγάλα τα βαγόνια, πιο καθαρό, είχε όμορφα στολισμένους τοίχους στις στάσεις με αρχαίες τουαλέτες που βρήκαν καθώς ανοίγανε τις σήραγγες, ευγενικούς κυρίους με μεγάλα όπλα που σε κοιτούσαν με ένα φιλικά καχύποπτο βλέμμα αν κρατούσες φαγητό ή ποτό ή αν έκλανες ή αν περπατούσες ή αν ανέπνεες. Το μετρό τελικά ήταν ότι καλύτερο έγινε ποτέ σε αυτήν την πόλη από τότε που ιδρύθηκε. Έλυσε όλα τα προβλήματα. Του Λεώ του άρεσε πολύ το μετρό, τόσο πολύ που σταμάτησε να χρησιμοποιεί τα λεωφορεία. Δεν τον πείραζε τόσο πολύ που έπρεπε να περιμένει μέχρι και πέντε λεπτά για να έρθει ο συρμός γιατί αυτό του έδινε χρόνο να θαυμάσει τον υπέροχο χώρο γύρο του με τους μπιντέδες και τις τουαλέτες που οι αρχαίοι δεν είχαν καμία όρεξη να μας δείξουν αλλά εμείς έχουμε πολύ όρεξη να δούμε. Καμιά φορά δεν έβρισκε να καθίσει αλλά ούτε αυτό τον πολυπείραζε γιατί γούσταρε να κρατιέται από την χειρολαβή και να κουνιέται πέρα δώθε. Την ξανθιά κουκλάρα την έβλεπε που και που αλλά πάντα καθόταν μακριά του και ντρεπόταν να πάει να της μιλήσει και τον ενοχλούσε η μυρωδιά από τον χοντρό διπλανό του αλλά σκεφτόταν δεν πειράζει, συμβαίνουν αυτά και δεν το έκανε μεγάλο θέμα. Μεγάλο θέμα κάναν την όλη κατάσταση τα λεωφορεία.
Διχόνοια έπεσε στο στρατόπεδο των λεωφορείων. Χωρίστηκαν στα δύο. Τα μπλε λέγαν ότι είναι μια δοκιμασία και ότι πρέπει να παραμείνουν πιστά και να προσεύχονται και ότι δεν είναι δικιά τους δουλειά να προσπαθούν να εξηγήσουν τις βουλές του κυρίου. Τα κόκκινα από την άλλη λέγανε ότι αφού ο Λεώ τους παράτησε θα έπρεπε και αυτά να τον παρατήσουν. Το νούμερο 32 δήλωσε ότι δεν πιστεύει στην ύπαρξη του Λεωνίδα και ότι είναι απλά μια εξωτερίκευση των υποσυνείδητων αναγκών των υπολοίπων για διασφάλιση του λόγου ύπαρξης τους αλλά κανένας δεν του έδωσε σημασία. Το 16 κατηγόρησε τα 3, 5 και 6 ότι χρησιμοποιούσαν την ύπαρξη του Λεωνίδα για να εκμεταλλευθούν τα υπόλοιπα και ότι ο θεός ήταν άλλος. Ένας εμφύλιος πόλεμος ξεκίνησε. Ήταν φρίκη. Λεωφορεία τρακάρανε συνέχεια, χαλάγανε και εμποδίζαν την κυκλοφορία, κάποια πέφτανε στην θάλασσα, άλλα δεν ξεκινούσαν, οι πόρτες δεν άνοιγαν, έκλειναν και έπιαναν μισό άνθρωπο μέσα μισό έξω να σέρνετε στο δρόμο. Φρίκη φρίκη ανείπωτη φρίκη. Ο κόσμος φοβόταν, είχε χάσει κάθε εμπιστοσύνη και όλο και περισσότεροι χρησιμοποιούσαν το μετρό για τις μετακινήσεις τους.
Πλέον τα βαγόνια ήταν ασφυκτικά γεμάτα. Ο Λεώ δεν έβρισκε ποτέ να καθίσει και πολλές φορές δεν χωρούσε καν να μπει μέσα οπότε περίμενε το επόμενο. Πάντα ήταν κολλημένοι πάνω του απ’ την μια μεριά ένας άπλυτος χοντρός και από την άλλη μία βήχουσα γριά και δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε πέρα ούτε δώθε πια. Η κουκλάρα μάλλον θα αγόρασε αυτοκίνητο ή ίσως της το πήρε δώρο ο φίλος της γιατί δεν ξαναεθεάθη σε μετρό ή σε λεωφορείο και ο Λεωνίδας πήρε τελικά το χαρτάκι που είχε γράψει το τηλέφωνο της και σκούπισε τον ιδρώτα που έσταζε πάνω του ο ιδρωτύλος χοντρός.

Τρίτη, Ιανουαρίου 10, 2006

Το πιο ηλίθιο διήγημα στον κόσμο

Ήταν μια φορά ένας μεγάλος, σπουδαίος, φοβερός και τρομερός αλλά άσημος διηγηματογράφος. Είχε όλες τις αρετές που χρειαζόταν ένας διηγηματογράφος και κανένα από τα ελαττώματα που θα μπορούσαν να τον κατατάξουν στην λίστα με τους εξαιρετικά αποτυχημένους διηγηματογράφους που δεν τους ξέρει όυτε η μάνα τους όπως π.χ. ο Περικλής Στολμίδης, ο Βάσος Καραδάς ή ακόμα και ο Άκης Άκου. Το μόνο κακό με τον συγκεκριμένο διηγηματογράφο ήταν το ότι δεν είχε γράψει ποτέ ένα διήγημα και αυτό όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν προλάβαινε. Πάντα ήταν υπερβολικά απασχολημένος, είτε ξύνοντας για ώρες ολόκληρες το δεξί ρουθούνι του, είτε διαβάζοντας περιλήψεις των σαπουνόπερων της εβδομάδας σε παλιά τηλεοπτικά προγράμματα. Κάποια στιγμή μετά από την αφόρητη και πιεστική πίεση που του ασκούσε τα τρία τελευταία χρόνια ο κοντός και χοντρός κολλητός του φίλος Απόστολος Σουβλάκης πείστηκε ότι καλό θα ήταν να γράψει ένα διήγημα ή τουλάχιστον κάτι που αν το διάβαζε κάποιος που δεν ξέρει και πολλά να το περνούσε για διήγημα. Σηκώθηκε λοιπόν από τον καναπέ του, τίναξε την σκόνη από πάνω του και έξυσε όλα τα μολύβια του και κατά λάθος και μια σβήστρα. Έκανε έναν καφέ και κάθισε για να γράψει. Τι να γράψει όμως; Στην αρχή σκέφτηκε να γράψει μία ιστορία με νίντζα, όμως τι ήξερε για τους νίντζα; Ήξερε ότι είναι θηλαστικά και σκοτώνουν ανθρώπους, καθόλου επαρκή στοιχεία για να βασίσει ένα ολόκληρο διήγημα σε αυτούς. Μήπως να έγραφε για έναν μορμόνο που είναι σε ένα αεροπλάνο που πέφτει και αφηγείται την ζωή στο μαύρο κουτί του αεροπλάνου; Μπα, παπαριά του φάνηκε. Τότε άναψε το μικρό λαμπάκι πάνω από το κεφάλι του και μία περίεργη έκφραση ικανοποίησης σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Τι καλύτερο θέμα από τον εαυτό του; Θα αποτύπωνε στο χαρτί την ζωή του. Άρχισε λοιπόν να γράφει: Ήταν μια φορά ένας μεγάλος, σπουδαίος, φοβερός και τρομερός αλλά άσημος διηγηματογράφος. Είχε όλες τις αρετές που χρειαζόταν ένας διηγηματογράφος και κανένα από τα ελαττώματα που θα μπορούσαν να τον κατατάξουν στην λίστα με τους εξαιρετικά αποτυχημένους διηγηματογράφους που δεν τους ξέρει όυτε η μάνα τους όπως π.χ. ο Περικλής Στολμίδης, ο Βάσος Καραδάς ή ακόμα και ο Άκης Άκου. Το μόνο κακό με τον συγκεκριμένο διηγηματογράφο ήταν το ότι δεν είχε γράψει ποτέ ένα διήγημα και αυτό όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν προλάβαινε. Πάντα ήταν υπερβολικά απασχολημένος, είτε ξύνοντας για ώρες ολόκληρες το δεξί ρουθούνι του, είτε διαβάζοντας περιλήψεις των σαπουνόπερων της εβδομάδας σε παλιά τηλεοπτικά προγράμματα. Κάποια στιγμή μετά από την αφόρητη και πιεστική πίεση που του ασκούσε τα τρία τελευταία χρόνια ο κοντός και χοντρός κολλητός του φίλος Απόστολος Σβουάμλακης πείστηκε ότι καλό θα ήταν να γράψει ένα διήγημα ή τουλάχιστον κάτι που αν το διάβαζε κάποιος που δεν ξέρει και πολλά να το περνούσε για διήγημα. Σηκώθηκε λοιπόν από τον καναπέ του, τίναξε την σκόνη από πάνω του και έξυσε όλα τα μολύβια του και κατά λάθος και μια σβήστρα. Έκανε έναν καφέ και κάθισε για να γράψει. Τι να γράψει όμως; Στην αρχή σκέφτηκε να γράψει μία ιστορία με νίντζα, όμως τι ήξερε για τους νίντζα; Ήξερε ότι είναι θηλαστικά και σκοτώνουν ανθρώπους, καθόλου επαρκή στοιχεία για να βασίσει ένα ολόκληρο διήγημα σε αυτούς. Μήπως να έγραφε για έναν μορμόνο που είναι σε ένα αεροπλάνο που πέφτει και αφηγείται την ζωή στο μαύρο κουτί του αεροπλάνου; Μπα, παπαριά του φάνηκε. Τότε άναψε το μικρό λαμπάκι πάνω από το κεφάλι του και μία περίεργη έκφραση ικανοποίησης σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Τι καλύτερο θέμα από τον εαυτό του; Θα αποτύπωνε στο χαρτί την ζωή του. Άρχισε λοιπόν να γράφει: Ήταν μια φορά ένας μεγάλος, σπουδαίος, φοβερός και τρομερός αλλά άσημος διηγηματογράφος. Είχε όλες τις αρετές που χρειαζόταν ένας διηγηματογράφος και κανένα από τα ελαττώματα που θα μπορούσαν να τον κατατάξουν στην λίστα με τους εξαιρετικά αποτυχημένους διηγηματογράφους που δεν τους ξέρει όυτε η μάνα τους όπως π.χ. ο Περικλής Στολμίδης, ο Βάσος Καραδάς ή ακόμα και ο Άκης Άκου. Το μόνο κακό με τον συγκεκριμένο διηγηματογράφο ήταν το ότι δεν είχε γράψει ποτέ ένα διήγημα και αυτό όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν προλάβαινε. Πάντα ήταν υπερβολικά απασχολημένος, είτε ξύνοντας για ώρες ολόκληρες το δεξί ρουθούνι του, είτε διαβάζοντας περιλήψεις των σαπουνόπερων της εβδομάδας σε παλιά τηλεοπτικά προγράμματα. Κάποια στιγμή μετά από την αφόρητη και πιεστική πίεση που του ασκούσε τα τρία τελευταία χρόνια ο κοντός και χοντρός κολλητός του φίλος Απόστολος Βάμιαλης πείστηκε ότι καλό θα ήταν να γράψει ένα διήγημα ή τουλάχιστον κάτι που αν το διάβαζε κάποιος που δεν ξέρει και πολλά να το περνούσε για διήγημα. Σηκώθηκε λοιπόν από τον καναπέ του, τίναξε την σκόνη από πάνω του και έξυσε όλα τα μολύβια του και κατά λάθος και μια σβήστρα. Έκανε έναν καφέ και κάθισε για να γράψει. Τι να γράψει όμως; Στην αρχή σκέφτηκε να γράψει μία ιστορία με νίντζα, όμως τι ήξερε για τους νίντζα; Ήξερε ότι είναι θηλαστικά και σκοτώνουν ανθρώπους, καθόλου επαρκή στοιχεία για να βασίσει ένα ολόκληρο διήγημα σε αυτούς. Μήπως να έγραφε για έναν μορμόνο που είναι σε ένα αεροπλάνο που πέφτει και αφηγείται την ζωή στο μαύρο κουτί του αεροπλάνου; Μπα, παπαριά του φάνηκε. Τότε άναψε το μικρό λαμπάκι πάνω από το κεφάλι του και μία περίεργη έκφραση ικανοποίησης σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Τι καλύτερο θέμα από τον εαυτό του; Θα αποτύπωνε στο χαρτί την ζωή του. Άρχισε λοιπόν να γράφει…

Δευτέρα, Ιουλίου 18, 2005

Ατιτλοφόρητο

Καθόμαστε να πιούμε καφέ, η γκαρσόνα έρχεται μας κοιτάει και φεύγει. Ξαναέρχεται με δύο καφέδες που τους πετάει στο τραπέζι. Σπάνε και χύνονται πάνω του. Αρχίζουμε να γλύφουμε με μανία το μάρμαρο προσπαθώντας να πάρουμε την πολυπόθητη καφεΐνη. Γύρω μας όλοι φέρονται φυσιολογικά, παρ’ ότι σιγά σιγά μετατρέπονται σε γιγάντια γδαρμένα και αποκεφαλισμένα κοτόπουλα. Συνεχίζουμε να γλύφουμε. Ένα μούσι ξαναμπαίνει μέσα και αφήνει χαρτάκια τα οποία μαζεύει μετά από λίγο μαζί με κάποια κέρματα. Μπαινοβγαίνουν τεράστιες μαύρες τηλεοράσεις που παίζουν εξήντα προγράμματα ταυτόχρονα. Χώνονται στη μούρη μας και εμείς τις διώχνουμε βίαια. Συνεχίζουμε να γλύφουμε. Είμαι ηθοποιός που αυτόν τον καιρό υποδύομαι τον δάσκαλο σε ένα σχολείο της περιφέρειας. Είμαι τόσο καλός ηθοποιός που τα παιδάκια δεν το καταλαβαίνουν και νομίζουν ότι όντως είμαι δάσκαλος. Συνεχίζω να γλύφω. Ο άλλος έχει σταματήσει, έχει αρχίσει να γίνεται διάφανος. Χτες το βράδυ έκανα έρωτα με το άτομο που αγαπάω πιο πολύ στον κόσμο αλλά δεν το ήξερε. Άραγε ο ήλιος σβήνει όταν πέφτει μέσα στην θάλασσα; Απλώνω το χέρι να τον ακουμπήσω. Τα καταφέρνω, δεν έχει χαθεί ολοκληρωτικά. Συνεχίζω να γλύφω. Σχεδόν δεν φαίνεται πια. Σε λίγο μόνο η ανάμνηση του θα με πείθει ότι κάθετε απέναντι μου.
Περπατάμε στον δρόμο ποδοπατώντας τους πάντες. Παιδιά, γέροι, γυναίκες, ζώα όλοι είναι θύματα μας. Είμαστε παράφρονα άρματα μάχης εν καιρό ειρήνης. Περνάμε με κόκκινο και σταματάμε στο πράσινο. Σκοτώνουμε χίλιους ανθρώπους και δυο χιλιάδες ξεπετάγονται για να πάρουν τις θέσεις τους. Η λερναία ύδρα σκότωσε τον Ηρακλή και τον έφαγε στιφάδο. Να πάει να γαμηθεί το ξανθό γένος. Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, άρα και εσύ ο ίδιος είσαι Θεός. Αμαρτία είναι να πηγαίνεις ενάντια στο θέλημα του Θεού, άρα αμαρτία είναι το να μην κάνεις αυτό που θέλεις. Ο Θεός όμως δεν υπάρχει, οπότε τελικά ούτε εσύ υπάρχεις, οπότε δεν θέλεις, οπότε δεν κάνεις, οπότε αμαρτάνεις. Δεν υπάρχεις και όμως αμαρτάνεις. Θα πας σε μία κόλαση που δεν υπάρχει και θα βασανίζεσαι αιωνίως, αλλά δεν πειράζει, γιατί ούτε εσύ υπάρχεις. Μόνο οι αμαρτίες σου υπάρχουν.
Τραγουδάς παράφωνα μέσα στο κλουβί σου και τα τεράστια πουλιά απ’ έξω σε ακούνε και χαίρονται με το γλυκό, στ’ αυτιά τους, κελάηδημα σου. Σε ταΐζουν συνεχώς άνοστο κανναβούρι και αισθάνονται καλά με την φιλεύσπλαχνη πράξη τους. Πεθαίνεις και σε πετάνε στην τουαλέτα, τραβάνε το καζανάκι και σε θάβουν στην θάλασσα. Τι μαλακία. Ποτέ στην ζωή σου δεν ήσουν ναυτικός. Το μόνο που ήθελες ήταν να πετάξεις, αλλά και να σε άφηναν δεν θα μπορούσες γιατί δεν ήξερες πως. Τα φτερά σου δεν ήταν αρκετά δυνατά για να σε σηκώσουν και τον κόσμο δεν τον είδες ποτέ ολόκληρο. Πάντα είχε τις ρίγες του κλουβιού σου.
Καθόμαστε να πιούμε καφέ.

Τρίτη, Ιουλίου 12, 2005

Λεμπεντιάδα (έμμετρο)

Στης Λειψίας τα βουνά μονομάχησα με νίντζα
είχα φάει απ’ το πρωί μόνο δυο κομμάτια πίτσα.
Μου πετάει το αστέρι και το πιάνω μ’ ένα χέρι,
το εκσφενδονίζω πάλι και του κόβω το κεφάλι.
Πάει πέθανε ο Λέμπε, τα παιδάκια όλο κλαίνε.

"Ο καλός ο νίντζα ξέρει κι άλλο μονοπάτι"
…παλιά γιαπωνέζικη παροιμία που δείχνει την ευστροφία του νίντζα.

Εκεί ψηλά στο Βερολίνο, όλ’ οι νίντζα μαζευτήκαν,
σε μια πιτσαρία μπήκαν, για τον Λέμπε να θρηνήσουν.
"Πάει και ο Αλεξέι", είπε ένας νίντζα μάυρος,
"ήτανε πολεμιστής", τον συμπλήρωσε ο Σταύρος.

Μίλησε κι ο Αντωνίου, "Δεν πειράζει ρε νιντζόνια,
να εκδικηθούμε τώρα, είμαστε πολλοί ακόμα."
Έτσι όλοι περιμένουν, το φονιά να κατανιάσουν,
αλλιώς δε θα ησυχάσουν, για του Λέμπε το ονόρε.

"Των νίντζα τα παιδιά πριν νιντζίσουν μαγειρεύουν"
…παλιά γιαπωνέζικη παροιμία που δείχνει ότι οι νίντζα πολλαπλασιάζονταν (με την Βιβλική έννοια).
Απ΄ το πέσιμο του τείχους τέτοιος σαματάς να γίνει,
τέτοιο ρίγος, τόσο πάθος, κι άλλη τόση ιστοριοσύνη.
Οι κατοπινοί το είπαν "Του Λεμπέντεος η μήνις",
"Η εκδίκηση των νίντζα" και "Το τέλος της ειρήνης".

Μέρα ή νύχτα στο Μπερλίνο ήταν τότε ένα πράμα,
από τα λεφούσια νίντζα που γλιστρούσανε αντάμα
στα σοκάκια, τις πλατείες και στις γέφυρες (πλιτς-πλατς)
ώσπου στέκονταν θλιμμένοι μες στην Αλεξάντερ Πλατς.
Στης τελεβιζιόν τον πύργο μαύρες ρίγες ανεμίζαν
που του Λέμπε τις πλεγμένες τις κοτσίδες του θυμίζαν.
Κι έστεκαν εκεί οι μαύροι μες στη μαύρη στεναχώρια,
ποιος μπορούσε να κεντρίσει, να πωρώσει τα αγόρια;

Και να! Ψηλά στο μαύρο πύργο σκάει μύτη μία μπάλα.
Από κάτω έτσι φαινόταν. "Όχι όμως!" λέει η τουρκάλα
η Φατμέ, νιντζογκομένι, που φορούσε μαύρο τάνγκα.
"Είναι ο μόρτης ο Αντωνίου. Γεια σου νίντζα, Γιάννη μάγκα."

Στέκει ο Γιάνναρος στον πύργο και ακούνε όλα τα νίντζια,
παλικάρια αστροχεράτα, στρινγκοφόρετα κορίτσια.
"Αδελφοί πολεμιστές, είναι η λύπη μας βαθιά,
κι είναι ο κόμπος μας σκληρός που λύνουν μόνο τα σπαθιά.

Σας παρακινώ ρε νίντζια ν’ απλωθείτε απ’ άκρην σ’ άκρην
το μπουρδέλο να τον βρείτε που να χύσει μαύρο δάκρυ.
Το παιδί μας να το φάει, γιατί του ’χε στείλει λέει
αστεράκι – μαλακίες… Τζάμπα πήγε ο Αλεξέι.

Γιατί ο Λέμπε ρε συντρόφια δεν ήταν κανά νιντζάκι
είχε θειο το Μητσοτάκη κι απ’ την θεια, μεγάλο τζάκι.
Τέτοιο τσίφτη που μας πήρε, τέτοιο μόρτη και ντερβίση,
Πρέπει να μας το πληρώσει – που γαμώ την Άννα Βίσση!"

Κι όλα τα νιντζόνια ουρλιάξαν κι έβγαλαν φωνή μεγάλη:
"Θα τον βρούμε ρε τον πούστη κι ας την έχει και μεγάλη!"
και χυθήκαν μες στους δρόμους προς μυριάδες κατευθύνσεις,
λεμπεντοφονιά καημένε, σου ‘μελλε να μην φτουρήσεις.

Κι όλοι τώρα έτσι τα λένε, ότι ο Λέμπε πήρε αίμα,
το φονιά τον εξεσκίσαν, τον πετάξαν σε ‘να ρέμα.
Κι όμως μέχρι τώρα ακόμη το συμβάν ν’ αποδειχθεί
πως το κάνανε κανένας δεν μπορεί να μας το πεί.

Άλλοι λένε ότι το όργιο αυτοκτόνησε μονάχος
άλλοι λεν ότι ένα τραμ τον επάτησε από λάθος,
άλλοι πάλι ξέρουν τάχα ότι παίχτηκε ταινία
Αντωνίου-Λεμπεκίλλερ σε σκληρή μονομαχία.

Ένα ξέρουμε μονάχα: πάει ο Λέμπε ο ασίκης,
πού ‘χε θάρρος του Μπρους Λη, τσαχπινιά σαν της Αλίκης.
Όλα τα νιντζιά του κόσμου τον Αλεξέι αγαπούσαν,
κι όποτε τον πετυχαίναν, πάντα πίτσα τον κερνούσαν.
"Ο νίντζα κάτω απ’ τη μηλιά θα χέσει"
…παλιά γιαπωνέζικη παροιμία που περιγράφει την απλότητα της ζωής του νίντζα.

Τρίτη, Ιουνίου 28, 2005

Ο ψευτοθόδωρος

Ο Θόδωρος ήταν μεγάλος ψεύτης. Έλεγε πάντα ψέματα. Θα μπορούσα να τον πω μυθομανή, αλλά τότε όλοι οι μυθομανείς στον κόσμο θα το θεωρούσαν μεγάλη προσβολή και θα μαζευόταν για να μου κάνουν μήνυση. Βέβαια κανένα δικαστήριο δε θα με καταδίκαζε αφού οι μηνυτές, ως αποδεδειγμένοι μυθομανείς, δεν θα γινόταν ποτέ πιστευτοί. Η σύγχρονη ψυχολογία ίσως να έχει μία επιστημονικοφανή ονομασία για την κατάσταση αυτή του Θόδωρου, όπως ‘ακραία και ακατάσχετη ψευτομανία’ ή ‘επίκτητη ανικανότητα δήλωσης αληθείας’ αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ο Θόδωρος ήταν απλά και μόνο ένας μεγάλος ψεύτης.
Είχε δηλώσει για παράδειγμα ότι ήταν ο συγγραφέας του τηλεφωνικού καταλόγου και ότι επειδή πληρωνόταν με το όνομα είχε βάλει πολλούς παραπάνω Παπαδόπουλους απ’ ότι υπήρχαν, καθώς και μερικά άλλα ονόματα τα οποία θεωρούσε αστεία, όπως το Κατερίνα Κουτσοκλανιότογλου, το Πέτρος Μπάτμαν και το Γιώργος Δημητρίου. Με αυτόν τον τρόπο, έλεγε, είχε καταφέρει να μαζέψει μία αμύθητη περιουσία η οποία θα του επέτρεπε να πίνει μία μπύρα την ημέρα για όλο το υπόλοιπο της ζωής του. Επίσης δήλωνε ότι η Μόνα Λίζα ήταν πορτραίτο του και ότι μια φορά είχε κλάσει τόσο δυνατά που δημιουργήθηκε σεισμός στο Τόκιο. Πάντα έλεγε ψέματα. Τον ρωτούσαμε αν θα έρθει για καμιά μπύρα, μας έλεγε όχι και τελικά ερχόταν. Αν μας έλεγε ναι ξέραμε ότι δεν θα έρθει οπότε δεν τον περιμέναμε. Τον είχαμε συνηθίσει και παίρναμε πάντα ως δεδομένο το αντίθετο από αυτό που μας έλεγε. Μια μέρα όμως έγινε κάτι το οποίο μας άφησε όλους κατάπληκτους. Ο Θόδωρος δήλωσε ότι η Γη είναι στρόγγυλη.
Αυτό δεν είναι δυνατόν. Αν ο Θόδωρος λέει κάτι τέτοιο, και δεδομένου ότι ο Θόδωρος λέει πάντα ψέματα, αυτό σημαίνει ότι η Γη δεν είναι στρόγγυλη. Όλοι στην παρέα μείναμε εμβρόντητοι. Τι συμβαίνει; Αρχίσαμε να το μελετάμε. Ψάξαμε στην παγκόσμια βιβλιογραφία και είδαμε ότι εκτός από μια θεωρία ότι η Γη είναι επίπεδη και στηρίζεται στο καύκαλο μιας χελώνας και τα γραπτά του μητροπολίτη Αυγουστίνου Καντιώτη, οτιδήποτε γραμμένο μετά το 1493 έλεγε ότι η Γη είναι στρογγυλή. Τελικά αποφασίσαμε να οργανώσουμε μία εκστρατεία.Δανειστήκαμε την βαρκα του Θωμά, την γεμίσαμε με μπύρες και μετά δεν χωρούσαμε να μπούμε εμείς. Παρά τις αντιρρήσεις του Θανάση βγάλαμε μερικές μπύρες και στριμωχτήκαμε. Η βάρκα δεν άντεξε το όλο βάρος και πήγαμε κατευθείαν στον πάτο οπότε παρά τις αντιρρήσεις του Θανάση βγάλαμε μερικές ακόμα μπύρες. Τότε ο Θανάσης στεναχωρημένος που δεν τον υπολογίζουμε αποφάσισε να μας παρατήσει και να πάει σπίτι του με αποτέλεσμα να μειωθεί το βάρος και να μπορέσουμε να ξαναβάλουμε μέσα τις μπύρες. Ξεκινήσαμε το ταξίδι μας το οποίο μας πήγε σε εξωτικά και περίεργα μέρη όπου δεν συνέβη απολύτως τίποτα. Κάποτε φτάσαμε σε έναν τεράστιο φράχτη στη μέση της θάλασσας που είχε μία πινακίδα ΠΡΟΣΟΧΗ Ο ΣΚΥΛΟΣ ΔΕΝ ΓΑΒΓΙΖΕΙ. Μετά από πολύωρη συζήτηση καταλήξαμε στο ότι ο σκύλος μάλλον δαγκώνει και καλό θα ήταν να γυρίσουμε πίσω, πράγμα που κάναμε παρά τις αντιρρήσεις του Θανάση, ο οποίος ενώ είχε φύγει είχε αφήσει μαζί μας τις αντιρρήσεις του. Τελικά ποτέ δεν μάθαμε αν ο Θόδωρος έλεγε ψέματα ή αλήθεια εκείνη τη μέρα αλλά αποφασίσαμε να σταματήσουμε να του κάνουμε παρέα γιατί μας έκανε όλο τράκες τσιγάρα.

Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005

Οι τρεις κύριοι

Ο φοβητσιάρης κύριος Πάρκινσον

Ο κύριος Πάρκινσον ήταν πολύ φοβητσιάρης. Κυριολεκτικά έτρεμε όλη την ώρα. Έτρεμε όταν κοιμόταν, όταν ξυπνούσε, ακόμη και όταν περπατούσε. Ήταν πολύ φοβητσιάρης. Έτρεμε ακόμα και όταν πήγαινε να κατουρήσει, με αποτέλεσμα να μην πετυχαίνει την λεκάνη και να τα κάνει όλα χάλια. Το πιο φοβερό ήταν το ότι δεν ήξερε καν τι φοβόταν. Πήγαινε χρόνια σε ψυχαναλυτή, δοκίμασε βελονισμό, δοκίμασε παράνομα ανατολίτικα μαντζούνια που του έφερε ένας ξάδελφος του ναυτικός, ο οποίος πέθανε σε τροχαίο, αλλά τίποτα. Συνέχισε να τρέμει και να φοβάται, ώσπου μία μέρα απλά σταμάτησε. Σταμάτησε να τρέμει αλλά και να κινείτε. Ο γιατρός, ο οποίος είχε ξεχάσει τα γυαλιά του στο σπίτι, είπε ότι πέθανε. Μετά από λίγο καιρό μαθεύτηκε ότι ο κύριος Πάρκινσον δεν ήταν φοβητσιάρης, αλλά άρρωστος και για να τον τιμήσουν δώσανε το όνομα του στην αρρώστια του.



Ο ξεχασιάρης κύριος Αλτσχάιμερ

Ο κύριος Αλτσχάιμερ ήταν πολύ ξεχασιάρης. Κυριολεκτικά δεν θυμόταν τίποτα. Ξεχνούσε τον θερμοσίφωνα ανοιχτό, ξεχνούσε τα κλειδιά του, ξεχνούσε ακόμη και το όνομα του. Ήταν πολύ ξεχασιάρης. Ακόμη και όταν πήγαινε να κατουρήσει, ξεχνούσε να ανοίξει το φερμουάρ του παντελονιού του και γινόταν όλος χάλια. Το πιο φοβερό ήταν το ότι ξεχνούσε ότι ξεχνούσε. Πήγαινε χρόνια σε ψυχιάτρους, δοκίμασε βελονισμό, δοκίμασε παράξενα αφρικάνικα ροφήματα που του έφερε ένας ξάδελφος του καφετζής, ο οποίος πέθανε από δηλητηριασμένα μανιτάρια, αλλά τίποτα. Συνέχισε να ξεχνάει, ώσπου μία μέρα απλά σταμάτησε. Σταμάτησε να ξεχνάει αλλά και να θυμάται. Ο γιατρός, ο οποίος δεν είχε φαλάκρα, είπε ότι πέθανε. Μετά από λίγο καιρό μαθεύτηκε ότι ο κύριος Αλτσχάιμερ δεν ήταν ξεχασιάρης, αλλά άρρωστος και για να τον τιμήσουν δώσανε το όνομα του στην αρρώστια του.



Ο αρρωστιάρης κύριος Πέιτζ

Ο κύριος Πέιτζ ήταν πολύ αρρωστιάρης. Κυριολεκτικά ήταν πάντα ασθενής. Έβηχε, είχε πονοκεφάλους, ζαλάδες, αναιμίες, ακόμη και λιποθυμίες. Ήταν πολύ αρρωστιάρης. Όταν πήγαινε να κατουρήσει πάντα κατουρούσε και αίμα και αισθανόταν πολύ χάλια για αυτό. Το πιο φοβερό ήταν το ότι θυμόταν ακόμη πως είναι να μην είσαι άρρωστος. Πήγαινε χρόνια σε γιατρούς, δοκίμασε βελονισμό, δοκίμασε περίεργα ομοιοπαθητικά φάρμακα που του έφερε ένας ξάδελφος του σχιζοφρενής, ο οποίος πέθανε χωρίς να το μάθει κανείς, αλλά τίποτα. Συνέχισε να είναι άρρωστος, ώσπου μια μέρα απλά σταμάτησε. Σταμάτησε να είναι άρρωστος, αλλά σταμάτησε να είναι και καλά. Ο γιατρός, ο οποίος έφυγε βιαστικά, είπε ότι πέθανε. Μετά από λίγο καιρό μαθεύτηκε ότι ο κύριος Πέιτζ δεν ήταν αρρωστιάρης, άλλα άρρωστος και για να τον τιμήσουν δώσανε το όνομα του στην αρρώστια του, αλλά κάποιος μπερδεύτηκε και ξέχασε να γράψει ένα γράμμα από το όνομα του.

Σάββατο, Μαΐου 28, 2005

Ο Μπάτμαν επιστρέφει

Ξαφνικά ακούστηκε ένα πράγμα σαν τζάμια που σπάνε. Κοίταξα προς τα δεξιά μου και είδα ότι όντως το ανατολικό τζάμι του μαγαζιού ήταν σπασμένο και μπροστά του στεκόταν όρθιος ένας τεράστιος τύπος ντυμένος στα μαύρα με περίεργο καπέλο που κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο το πάνω μέρος του προσώπου του και μία μπέρτα που έφτανε μέχρι το πάτωμα. Παραξενεύτηκα λιγάκι, να πω την αλήθεια, αλλά ήταν η πρώτη μου μέρα στη δουλειά και δεν ξέρω, ίσως να ήταν συνηθισμένο.
«Θα ήθελε τίποτα ο κύριος;»
Ο τρομακτικός τύπος άνοιξε ένα από τα μικρά κίτρινα κουτάκια που είχε στη ζώνη του και έβγαλε ένα τεράστιο αμπαλαρισμένο πακέτο.
«Ναι θα ήθελα να επιστρέψω αυτό το πουκάμισο που μου κάνανε δώρο.»

Πέμπτη, Μαΐου 26, 2005

Ο Ντολφ Λούντγκρεν ξαναχτυπά

Για πολλοστή φορά ο Ντολφ Λούντγκρεν σκόνταψε στο υπερμεγέθες πέος του με αποτέλεσμα να πέσει κάτω και να χτυπήσει.
«Γαμώτο.» είπε με την αγριεμένη του φωνή, «Είναι η πολλοστή φορά που σκοντάφτω στο υπερμεγέθες πέος μου και χτυπάω». Παρότι ήταν εδώ και χρόνια ένας μεγάλος και καταξιωμένος action star του Hollywood, ακόμα δεν είχε βρει λύση σε αυτό το πρόβλημα που τον βασάνιζε.
«Είναι δυνατόν εγώ, ένας μεγάλος και καταξιωμένος action star του Hollywood, μετά από τόσα χρόνια, να μην μπορώ να βρω λύση στο πρόβλημα μου;» μονολόγησε πικραμένος. Σηκώθηκε, τίναξε την σκόνη από πάνω του, έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω του για να ελέγξει αν τον είχε δει κανείς και αφού σιγουρεύτηκε ότι όντως δεν τον είχε δει κανείς συνέχισε τον δρόμο για το σπίτι του.