Τρίτη, Ιανουαρίου 10, 2006

Το πιο ηλίθιο διήγημα στον κόσμο

Ήταν μια φορά ένας μεγάλος, σπουδαίος, φοβερός και τρομερός αλλά άσημος διηγηματογράφος. Είχε όλες τις αρετές που χρειαζόταν ένας διηγηματογράφος και κανένα από τα ελαττώματα που θα μπορούσαν να τον κατατάξουν στην λίστα με τους εξαιρετικά αποτυχημένους διηγηματογράφους που δεν τους ξέρει όυτε η μάνα τους όπως π.χ. ο Περικλής Στολμίδης, ο Βάσος Καραδάς ή ακόμα και ο Άκης Άκου. Το μόνο κακό με τον συγκεκριμένο διηγηματογράφο ήταν το ότι δεν είχε γράψει ποτέ ένα διήγημα και αυτό όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν προλάβαινε. Πάντα ήταν υπερβολικά απασχολημένος, είτε ξύνοντας για ώρες ολόκληρες το δεξί ρουθούνι του, είτε διαβάζοντας περιλήψεις των σαπουνόπερων της εβδομάδας σε παλιά τηλεοπτικά προγράμματα. Κάποια στιγμή μετά από την αφόρητη και πιεστική πίεση που του ασκούσε τα τρία τελευταία χρόνια ο κοντός και χοντρός κολλητός του φίλος Απόστολος Σουβλάκης πείστηκε ότι καλό θα ήταν να γράψει ένα διήγημα ή τουλάχιστον κάτι που αν το διάβαζε κάποιος που δεν ξέρει και πολλά να το περνούσε για διήγημα. Σηκώθηκε λοιπόν από τον καναπέ του, τίναξε την σκόνη από πάνω του και έξυσε όλα τα μολύβια του και κατά λάθος και μια σβήστρα. Έκανε έναν καφέ και κάθισε για να γράψει. Τι να γράψει όμως; Στην αρχή σκέφτηκε να γράψει μία ιστορία με νίντζα, όμως τι ήξερε για τους νίντζα; Ήξερε ότι είναι θηλαστικά και σκοτώνουν ανθρώπους, καθόλου επαρκή στοιχεία για να βασίσει ένα ολόκληρο διήγημα σε αυτούς. Μήπως να έγραφε για έναν μορμόνο που είναι σε ένα αεροπλάνο που πέφτει και αφηγείται την ζωή στο μαύρο κουτί του αεροπλάνου; Μπα, παπαριά του φάνηκε. Τότε άναψε το μικρό λαμπάκι πάνω από το κεφάλι του και μία περίεργη έκφραση ικανοποίησης σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Τι καλύτερο θέμα από τον εαυτό του; Θα αποτύπωνε στο χαρτί την ζωή του. Άρχισε λοιπόν να γράφει: Ήταν μια φορά ένας μεγάλος, σπουδαίος, φοβερός και τρομερός αλλά άσημος διηγηματογράφος. Είχε όλες τις αρετές που χρειαζόταν ένας διηγηματογράφος και κανένα από τα ελαττώματα που θα μπορούσαν να τον κατατάξουν στην λίστα με τους εξαιρετικά αποτυχημένους διηγηματογράφους που δεν τους ξέρει όυτε η μάνα τους όπως π.χ. ο Περικλής Στολμίδης, ο Βάσος Καραδάς ή ακόμα και ο Άκης Άκου. Το μόνο κακό με τον συγκεκριμένο διηγηματογράφο ήταν το ότι δεν είχε γράψει ποτέ ένα διήγημα και αυτό όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν προλάβαινε. Πάντα ήταν υπερβολικά απασχολημένος, είτε ξύνοντας για ώρες ολόκληρες το δεξί ρουθούνι του, είτε διαβάζοντας περιλήψεις των σαπουνόπερων της εβδομάδας σε παλιά τηλεοπτικά προγράμματα. Κάποια στιγμή μετά από την αφόρητη και πιεστική πίεση που του ασκούσε τα τρία τελευταία χρόνια ο κοντός και χοντρός κολλητός του φίλος Απόστολος Σβουάμλακης πείστηκε ότι καλό θα ήταν να γράψει ένα διήγημα ή τουλάχιστον κάτι που αν το διάβαζε κάποιος που δεν ξέρει και πολλά να το περνούσε για διήγημα. Σηκώθηκε λοιπόν από τον καναπέ του, τίναξε την σκόνη από πάνω του και έξυσε όλα τα μολύβια του και κατά λάθος και μια σβήστρα. Έκανε έναν καφέ και κάθισε για να γράψει. Τι να γράψει όμως; Στην αρχή σκέφτηκε να γράψει μία ιστορία με νίντζα, όμως τι ήξερε για τους νίντζα; Ήξερε ότι είναι θηλαστικά και σκοτώνουν ανθρώπους, καθόλου επαρκή στοιχεία για να βασίσει ένα ολόκληρο διήγημα σε αυτούς. Μήπως να έγραφε για έναν μορμόνο που είναι σε ένα αεροπλάνο που πέφτει και αφηγείται την ζωή στο μαύρο κουτί του αεροπλάνου; Μπα, παπαριά του φάνηκε. Τότε άναψε το μικρό λαμπάκι πάνω από το κεφάλι του και μία περίεργη έκφραση ικανοποίησης σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Τι καλύτερο θέμα από τον εαυτό του; Θα αποτύπωνε στο χαρτί την ζωή του. Άρχισε λοιπόν να γράφει: Ήταν μια φορά ένας μεγάλος, σπουδαίος, φοβερός και τρομερός αλλά άσημος διηγηματογράφος. Είχε όλες τις αρετές που χρειαζόταν ένας διηγηματογράφος και κανένα από τα ελαττώματα που θα μπορούσαν να τον κατατάξουν στην λίστα με τους εξαιρετικά αποτυχημένους διηγηματογράφους που δεν τους ξέρει όυτε η μάνα τους όπως π.χ. ο Περικλής Στολμίδης, ο Βάσος Καραδάς ή ακόμα και ο Άκης Άκου. Το μόνο κακό με τον συγκεκριμένο διηγηματογράφο ήταν το ότι δεν είχε γράψει ποτέ ένα διήγημα και αυτό όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί δεν προλάβαινε. Πάντα ήταν υπερβολικά απασχολημένος, είτε ξύνοντας για ώρες ολόκληρες το δεξί ρουθούνι του, είτε διαβάζοντας περιλήψεις των σαπουνόπερων της εβδομάδας σε παλιά τηλεοπτικά προγράμματα. Κάποια στιγμή μετά από την αφόρητη και πιεστική πίεση που του ασκούσε τα τρία τελευταία χρόνια ο κοντός και χοντρός κολλητός του φίλος Απόστολος Βάμιαλης πείστηκε ότι καλό θα ήταν να γράψει ένα διήγημα ή τουλάχιστον κάτι που αν το διάβαζε κάποιος που δεν ξέρει και πολλά να το περνούσε για διήγημα. Σηκώθηκε λοιπόν από τον καναπέ του, τίναξε την σκόνη από πάνω του και έξυσε όλα τα μολύβια του και κατά λάθος και μια σβήστρα. Έκανε έναν καφέ και κάθισε για να γράψει. Τι να γράψει όμως; Στην αρχή σκέφτηκε να γράψει μία ιστορία με νίντζα, όμως τι ήξερε για τους νίντζα; Ήξερε ότι είναι θηλαστικά και σκοτώνουν ανθρώπους, καθόλου επαρκή στοιχεία για να βασίσει ένα ολόκληρο διήγημα σε αυτούς. Μήπως να έγραφε για έναν μορμόνο που είναι σε ένα αεροπλάνο που πέφτει και αφηγείται την ζωή στο μαύρο κουτί του αεροπλάνου; Μπα, παπαριά του φάνηκε. Τότε άναψε το μικρό λαμπάκι πάνω από το κεφάλι του και μία περίεργη έκφραση ικανοποίησης σχηματίστηκε στο πρόσωπο του. Τι καλύτερο θέμα από τον εαυτό του; Θα αποτύπωνε στο χαρτί την ζωή του. Άρχισε λοιπόν να γράφει…