Ατιτλοφόρητο
Καθόμαστε να πιούμε καφέ, η γκαρσόνα έρχεται μας κοιτάει και φεύγει. Ξαναέρχεται με δύο καφέδες που τους πετάει στο τραπέζι. Σπάνε και χύνονται πάνω του. Αρχίζουμε να γλύφουμε με μανία το μάρμαρο προσπαθώντας να πάρουμε την πολυπόθητη καφεΐνη. Γύρω μας όλοι φέρονται φυσιολογικά, παρ’ ότι σιγά σιγά μετατρέπονται σε γιγάντια γδαρμένα και αποκεφαλισμένα κοτόπουλα. Συνεχίζουμε να γλύφουμε. Ένα μούσι ξαναμπαίνει μέσα και αφήνει χαρτάκια τα οποία μαζεύει μετά από λίγο μαζί με κάποια κέρματα. Μπαινοβγαίνουν τεράστιες μαύρες τηλεοράσεις που παίζουν εξήντα προγράμματα ταυτόχρονα. Χώνονται στη μούρη μας και εμείς τις διώχνουμε βίαια. Συνεχίζουμε να γλύφουμε. Είμαι ηθοποιός που αυτόν τον καιρό υποδύομαι τον δάσκαλο σε ένα σχολείο της περιφέρειας. Είμαι τόσο καλός ηθοποιός που τα παιδάκια δεν το καταλαβαίνουν και νομίζουν ότι όντως είμαι δάσκαλος. Συνεχίζω να γλύφω. Ο άλλος έχει σταματήσει, έχει αρχίσει να γίνεται διάφανος. Χτες το βράδυ έκανα έρωτα με το άτομο που αγαπάω πιο πολύ στον κόσμο αλλά δεν το ήξερε. Άραγε ο ήλιος σβήνει όταν πέφτει μέσα στην θάλασσα; Απλώνω το χέρι να τον ακουμπήσω. Τα καταφέρνω, δεν έχει χαθεί ολοκληρωτικά. Συνεχίζω να γλύφω. Σχεδόν δεν φαίνεται πια. Σε λίγο μόνο η ανάμνηση του θα με πείθει ότι κάθετε απέναντι μου.
Περπατάμε στον δρόμο ποδοπατώντας τους πάντες. Παιδιά, γέροι, γυναίκες, ζώα όλοι είναι θύματα μας. Είμαστε παράφρονα άρματα μάχης εν καιρό ειρήνης. Περνάμε με κόκκινο και σταματάμε στο πράσινο. Σκοτώνουμε χίλιους ανθρώπους και δυο χιλιάδες ξεπετάγονται για να πάρουν τις θέσεις τους. Η λερναία ύδρα σκότωσε τον Ηρακλή και τον έφαγε στιφάδο. Να πάει να γαμηθεί το ξανθό γένος. Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, άρα και εσύ ο ίδιος είσαι Θεός. Αμαρτία είναι να πηγαίνεις ενάντια στο θέλημα του Θεού, άρα αμαρτία είναι το να μην κάνεις αυτό που θέλεις. Ο Θεός όμως δεν υπάρχει, οπότε τελικά ούτε εσύ υπάρχεις, οπότε δεν θέλεις, οπότε δεν κάνεις, οπότε αμαρτάνεις. Δεν υπάρχεις και όμως αμαρτάνεις. Θα πας σε μία κόλαση που δεν υπάρχει και θα βασανίζεσαι αιωνίως, αλλά δεν πειράζει, γιατί ούτε εσύ υπάρχεις. Μόνο οι αμαρτίες σου υπάρχουν.
Τραγουδάς παράφωνα μέσα στο κλουβί σου και τα τεράστια πουλιά απ’ έξω σε ακούνε και χαίρονται με το γλυκό, στ’ αυτιά τους, κελάηδημα σου. Σε ταΐζουν συνεχώς άνοστο κανναβούρι και αισθάνονται καλά με την φιλεύσπλαχνη πράξη τους. Πεθαίνεις και σε πετάνε στην τουαλέτα, τραβάνε το καζανάκι και σε θάβουν στην θάλασσα. Τι μαλακία. Ποτέ στην ζωή σου δεν ήσουν ναυτικός. Το μόνο που ήθελες ήταν να πετάξεις, αλλά και να σε άφηναν δεν θα μπορούσες γιατί δεν ήξερες πως. Τα φτερά σου δεν ήταν αρκετά δυνατά για να σε σηκώσουν και τον κόσμο δεν τον είδες ποτέ ολόκληρο. Πάντα είχε τις ρίγες του κλουβιού σου.
Καθόμαστε να πιούμε καφέ.
Περπατάμε στον δρόμο ποδοπατώντας τους πάντες. Παιδιά, γέροι, γυναίκες, ζώα όλοι είναι θύματα μας. Είμαστε παράφρονα άρματα μάχης εν καιρό ειρήνης. Περνάμε με κόκκινο και σταματάμε στο πράσινο. Σκοτώνουμε χίλιους ανθρώπους και δυο χιλιάδες ξεπετάγονται για να πάρουν τις θέσεις τους. Η λερναία ύδρα σκότωσε τον Ηρακλή και τον έφαγε στιφάδο. Να πάει να γαμηθεί το ξανθό γένος. Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, άρα και εσύ ο ίδιος είσαι Θεός. Αμαρτία είναι να πηγαίνεις ενάντια στο θέλημα του Θεού, άρα αμαρτία είναι το να μην κάνεις αυτό που θέλεις. Ο Θεός όμως δεν υπάρχει, οπότε τελικά ούτε εσύ υπάρχεις, οπότε δεν θέλεις, οπότε δεν κάνεις, οπότε αμαρτάνεις. Δεν υπάρχεις και όμως αμαρτάνεις. Θα πας σε μία κόλαση που δεν υπάρχει και θα βασανίζεσαι αιωνίως, αλλά δεν πειράζει, γιατί ούτε εσύ υπάρχεις. Μόνο οι αμαρτίες σου υπάρχουν.
Τραγουδάς παράφωνα μέσα στο κλουβί σου και τα τεράστια πουλιά απ’ έξω σε ακούνε και χαίρονται με το γλυκό, στ’ αυτιά τους, κελάηδημα σου. Σε ταΐζουν συνεχώς άνοστο κανναβούρι και αισθάνονται καλά με την φιλεύσπλαχνη πράξη τους. Πεθαίνεις και σε πετάνε στην τουαλέτα, τραβάνε το καζανάκι και σε θάβουν στην θάλασσα. Τι μαλακία. Ποτέ στην ζωή σου δεν ήσουν ναυτικός. Το μόνο που ήθελες ήταν να πετάξεις, αλλά και να σε άφηναν δεν θα μπορούσες γιατί δεν ήξερες πως. Τα φτερά σου δεν ήταν αρκετά δυνατά για να σε σηκώσουν και τον κόσμο δεν τον είδες ποτέ ολόκληρο. Πάντα είχε τις ρίγες του κλουβιού σου.
Καθόμαστε να πιούμε καφέ.

