Δευτέρα, Ιουλίου 18, 2005

Ατιτλοφόρητο

Καθόμαστε να πιούμε καφέ, η γκαρσόνα έρχεται μας κοιτάει και φεύγει. Ξαναέρχεται με δύο καφέδες που τους πετάει στο τραπέζι. Σπάνε και χύνονται πάνω του. Αρχίζουμε να γλύφουμε με μανία το μάρμαρο προσπαθώντας να πάρουμε την πολυπόθητη καφεΐνη. Γύρω μας όλοι φέρονται φυσιολογικά, παρ’ ότι σιγά σιγά μετατρέπονται σε γιγάντια γδαρμένα και αποκεφαλισμένα κοτόπουλα. Συνεχίζουμε να γλύφουμε. Ένα μούσι ξαναμπαίνει μέσα και αφήνει χαρτάκια τα οποία μαζεύει μετά από λίγο μαζί με κάποια κέρματα. Μπαινοβγαίνουν τεράστιες μαύρες τηλεοράσεις που παίζουν εξήντα προγράμματα ταυτόχρονα. Χώνονται στη μούρη μας και εμείς τις διώχνουμε βίαια. Συνεχίζουμε να γλύφουμε. Είμαι ηθοποιός που αυτόν τον καιρό υποδύομαι τον δάσκαλο σε ένα σχολείο της περιφέρειας. Είμαι τόσο καλός ηθοποιός που τα παιδάκια δεν το καταλαβαίνουν και νομίζουν ότι όντως είμαι δάσκαλος. Συνεχίζω να γλύφω. Ο άλλος έχει σταματήσει, έχει αρχίσει να γίνεται διάφανος. Χτες το βράδυ έκανα έρωτα με το άτομο που αγαπάω πιο πολύ στον κόσμο αλλά δεν το ήξερε. Άραγε ο ήλιος σβήνει όταν πέφτει μέσα στην θάλασσα; Απλώνω το χέρι να τον ακουμπήσω. Τα καταφέρνω, δεν έχει χαθεί ολοκληρωτικά. Συνεχίζω να γλύφω. Σχεδόν δεν φαίνεται πια. Σε λίγο μόνο η ανάμνηση του θα με πείθει ότι κάθετε απέναντι μου.
Περπατάμε στον δρόμο ποδοπατώντας τους πάντες. Παιδιά, γέροι, γυναίκες, ζώα όλοι είναι θύματα μας. Είμαστε παράφρονα άρματα μάχης εν καιρό ειρήνης. Περνάμε με κόκκινο και σταματάμε στο πράσινο. Σκοτώνουμε χίλιους ανθρώπους και δυο χιλιάδες ξεπετάγονται για να πάρουν τις θέσεις τους. Η λερναία ύδρα σκότωσε τον Ηρακλή και τον έφαγε στιφάδο. Να πάει να γαμηθεί το ξανθό γένος. Ο Θεός έφτιαξε τον άνθρωπο καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση, άρα και εσύ ο ίδιος είσαι Θεός. Αμαρτία είναι να πηγαίνεις ενάντια στο θέλημα του Θεού, άρα αμαρτία είναι το να μην κάνεις αυτό που θέλεις. Ο Θεός όμως δεν υπάρχει, οπότε τελικά ούτε εσύ υπάρχεις, οπότε δεν θέλεις, οπότε δεν κάνεις, οπότε αμαρτάνεις. Δεν υπάρχεις και όμως αμαρτάνεις. Θα πας σε μία κόλαση που δεν υπάρχει και θα βασανίζεσαι αιωνίως, αλλά δεν πειράζει, γιατί ούτε εσύ υπάρχεις. Μόνο οι αμαρτίες σου υπάρχουν.
Τραγουδάς παράφωνα μέσα στο κλουβί σου και τα τεράστια πουλιά απ’ έξω σε ακούνε και χαίρονται με το γλυκό, στ’ αυτιά τους, κελάηδημα σου. Σε ταΐζουν συνεχώς άνοστο κανναβούρι και αισθάνονται καλά με την φιλεύσπλαχνη πράξη τους. Πεθαίνεις και σε πετάνε στην τουαλέτα, τραβάνε το καζανάκι και σε θάβουν στην θάλασσα. Τι μαλακία. Ποτέ στην ζωή σου δεν ήσουν ναυτικός. Το μόνο που ήθελες ήταν να πετάξεις, αλλά και να σε άφηναν δεν θα μπορούσες γιατί δεν ήξερες πως. Τα φτερά σου δεν ήταν αρκετά δυνατά για να σε σηκώσουν και τον κόσμο δεν τον είδες ποτέ ολόκληρο. Πάντα είχε τις ρίγες του κλουβιού σου.
Καθόμαστε να πιούμε καφέ.

Τρίτη, Ιουλίου 12, 2005

Λεμπεντιάδα (έμμετρο)

Στης Λειψίας τα βουνά μονομάχησα με νίντζα
είχα φάει απ’ το πρωί μόνο δυο κομμάτια πίτσα.
Μου πετάει το αστέρι και το πιάνω μ’ ένα χέρι,
το εκσφενδονίζω πάλι και του κόβω το κεφάλι.
Πάει πέθανε ο Λέμπε, τα παιδάκια όλο κλαίνε.

"Ο καλός ο νίντζα ξέρει κι άλλο μονοπάτι"
…παλιά γιαπωνέζικη παροιμία που δείχνει την ευστροφία του νίντζα.

Εκεί ψηλά στο Βερολίνο, όλ’ οι νίντζα μαζευτήκαν,
σε μια πιτσαρία μπήκαν, για τον Λέμπε να θρηνήσουν.
"Πάει και ο Αλεξέι", είπε ένας νίντζα μάυρος,
"ήτανε πολεμιστής", τον συμπλήρωσε ο Σταύρος.

Μίλησε κι ο Αντωνίου, "Δεν πειράζει ρε νιντζόνια,
να εκδικηθούμε τώρα, είμαστε πολλοί ακόμα."
Έτσι όλοι περιμένουν, το φονιά να κατανιάσουν,
αλλιώς δε θα ησυχάσουν, για του Λέμπε το ονόρε.

"Των νίντζα τα παιδιά πριν νιντζίσουν μαγειρεύουν"
…παλιά γιαπωνέζικη παροιμία που δείχνει ότι οι νίντζα πολλαπλασιάζονταν (με την Βιβλική έννοια).
Απ΄ το πέσιμο του τείχους τέτοιος σαματάς να γίνει,
τέτοιο ρίγος, τόσο πάθος, κι άλλη τόση ιστοριοσύνη.
Οι κατοπινοί το είπαν "Του Λεμπέντεος η μήνις",
"Η εκδίκηση των νίντζα" και "Το τέλος της ειρήνης".

Μέρα ή νύχτα στο Μπερλίνο ήταν τότε ένα πράμα,
από τα λεφούσια νίντζα που γλιστρούσανε αντάμα
στα σοκάκια, τις πλατείες και στις γέφυρες (πλιτς-πλατς)
ώσπου στέκονταν θλιμμένοι μες στην Αλεξάντερ Πλατς.
Στης τελεβιζιόν τον πύργο μαύρες ρίγες ανεμίζαν
που του Λέμπε τις πλεγμένες τις κοτσίδες του θυμίζαν.
Κι έστεκαν εκεί οι μαύροι μες στη μαύρη στεναχώρια,
ποιος μπορούσε να κεντρίσει, να πωρώσει τα αγόρια;

Και να! Ψηλά στο μαύρο πύργο σκάει μύτη μία μπάλα.
Από κάτω έτσι φαινόταν. "Όχι όμως!" λέει η τουρκάλα
η Φατμέ, νιντζογκομένι, που φορούσε μαύρο τάνγκα.
"Είναι ο μόρτης ο Αντωνίου. Γεια σου νίντζα, Γιάννη μάγκα."

Στέκει ο Γιάνναρος στον πύργο και ακούνε όλα τα νίντζια,
παλικάρια αστροχεράτα, στρινγκοφόρετα κορίτσια.
"Αδελφοί πολεμιστές, είναι η λύπη μας βαθιά,
κι είναι ο κόμπος μας σκληρός που λύνουν μόνο τα σπαθιά.

Σας παρακινώ ρε νίντζια ν’ απλωθείτε απ’ άκρην σ’ άκρην
το μπουρδέλο να τον βρείτε που να χύσει μαύρο δάκρυ.
Το παιδί μας να το φάει, γιατί του ’χε στείλει λέει
αστεράκι – μαλακίες… Τζάμπα πήγε ο Αλεξέι.

Γιατί ο Λέμπε ρε συντρόφια δεν ήταν κανά νιντζάκι
είχε θειο το Μητσοτάκη κι απ’ την θεια, μεγάλο τζάκι.
Τέτοιο τσίφτη που μας πήρε, τέτοιο μόρτη και ντερβίση,
Πρέπει να μας το πληρώσει – που γαμώ την Άννα Βίσση!"

Κι όλα τα νιντζόνια ουρλιάξαν κι έβγαλαν φωνή μεγάλη:
"Θα τον βρούμε ρε τον πούστη κι ας την έχει και μεγάλη!"
και χυθήκαν μες στους δρόμους προς μυριάδες κατευθύνσεις,
λεμπεντοφονιά καημένε, σου ‘μελλε να μην φτουρήσεις.

Κι όλοι τώρα έτσι τα λένε, ότι ο Λέμπε πήρε αίμα,
το φονιά τον εξεσκίσαν, τον πετάξαν σε ‘να ρέμα.
Κι όμως μέχρι τώρα ακόμη το συμβάν ν’ αποδειχθεί
πως το κάνανε κανένας δεν μπορεί να μας το πεί.

Άλλοι λένε ότι το όργιο αυτοκτόνησε μονάχος
άλλοι λεν ότι ένα τραμ τον επάτησε από λάθος,
άλλοι πάλι ξέρουν τάχα ότι παίχτηκε ταινία
Αντωνίου-Λεμπεκίλλερ σε σκληρή μονομαχία.

Ένα ξέρουμε μονάχα: πάει ο Λέμπε ο ασίκης,
πού ‘χε θάρρος του Μπρους Λη, τσαχπινιά σαν της Αλίκης.
Όλα τα νιντζιά του κόσμου τον Αλεξέι αγαπούσαν,
κι όποτε τον πετυχαίναν, πάντα πίτσα τον κερνούσαν.
"Ο νίντζα κάτω απ’ τη μηλιά θα χέσει"
…παλιά γιαπωνέζικη παροιμία που περιγράφει την απλότητα της ζωής του νίντζα.